Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Ρευστοί καιροί
Ρέουσα ποίηση


Επιχειρώντας να συνθέσω με κείμενα-ψηφίδες το πρόσωπο της εποχής μας, συνέλεξα από ποιητές, μεταφραστές, ανθολογίες, βιβλία, περιοδικά και το διαδίκτυο ποίηση και σκέψεις ανθρώπων διαφορετικών γενεών και τεχνοτροπιών, που να έχουν άλλοτε έμμεση κι άλλοτε άμεση σχέση με την ΠΟΛΗ, την ΚΡΙΣΗ, την ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, στο πλαίσιο των ρευστών καιρών μας.         
                                                                                                                               
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ
Η γενική απεργία      
                      
Ένα παιδί τρέχει μέσα στις φωτιές.
Η άσφαλτος είναι θάλασσα.
Η φωνή μνήμη και η μνήμη μαχαίρι
που σχίζει τη χάρτινη ησυχία σας.
Ένα παιδί τρέχει μέσα στις φωτιές
να σπάσει την τζαμαρία της Ιστορίας.

Εδώ είναι, εκεί είναι. Άνοιξη είναι,
θέρος είναι, αέρας είναι και μας παίρνει μαζί του.


ΜΑΡΙΑ  ΤΟΠΑΛΗ

«Άφλα» χωρίς Ωμέγα στην ποιητική της κρίσης                                                    
Ο θόρυβος της κρίσης πάει να σκεπάσει την επίγνωση ότι ήδη πριν την κρίση, ήδη με τις ραγδαίες εξελίξεις ενός πολιτισμού που, λίγο με την κυριαρχία της εικόνας, λίγο με την επικράτηση του life style, λίγο με την κρίση του νοήματος, λίγο με τον καταιγισμό της παγκοσμιοποίησης και της νέας τεχνολογίας, οδηγούσε τα λόγια και την τέχνη τους, την ποίηση, σε μια ρευστοποίηση, σε μια φοβιστικά γρήγορη και διαρκή ροή. Η κρίση, τώρα, με τη δίνη που προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί, έβαλε, στην πραγματικότητα, ακόμα μεγαλύτερες βιοτικές και υπαρξιακές ενότητες σε ακόμα πιο ιλιγγιώδη κίνηση και ρευστότητα σε σχέση με ό,τι συνέβαινε ήδη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

ποδρομή το λκοόλ                                                                                                                                                                                

καί άν μή δω /
πρό τς λλάδος το ερο /                                                                 
χορ συμπεπλεγμένας / Έλευθερίαν καί Μούσας /
θάνατον θέλω - νδρέας Κάλβος, «λπίς πατρίδος»

Σέ βρκα μέσα στό χαμό   
μέ δανεικό παλτό κοιμόσουνα
σ’ να παγκάκι μνμες π’ τ  μέλλον
κι κανε κρύο Λονδίνου τοξικό
Δέν ξέρω ν  Θεός μιλ λληνικά
τό σίγουρο εναι πώς ο λληνες δ
διαρκς θά τά μιλνε λο πιό λίγο
ν πάλι θά μιλνε
Γερε λιγάκι πό τό στρμα σου νά δες
σκουπίδια πού ξεσέρνει πλάι
 νεμος τς λλαγς
μποτίλιες πού ο γενναοι
τς ρπαχτς δειάσαν
Καί πάλι σο μπορες γερά κρατήσου
γιατί ρχίζει  ποδρομή το λκόολ
 ποδόρειος φρικίαση καί  νάρκη
ο φιάλτες π’ τήν φοδο το δειου
Τούς εδα γώ στόν πνο μου προχτές
τόν Βενιζέλο μέ τόν Μπακαλάκο
-λευθερίαν καί Μούσας-
χορ συμπεπλεγμένους
κάτω π’ τά κυπαρίσσια τς Σταδίου
στή Δύση ναμέλποντας δάς
en th twn nyn Ellhnwn dialektw
λλάδα Hellas τς Νέας ποχς
μιά φαντασίωσις σουν  νεωτερική
πού σέ ξεγέννησαν γιά δοκιμή
τρες ναυαρχίδες
Γιά νά σέ μεγαλώσει νάδελφος διαφθορά
 λληλοπεριχώρησις τν σοσιαλιστν μέ τά λαμόγια
Τό συναμφότερον Οκογενείας καί Βουλς

Λονδίνο χίλια χτακόσια δέκα καί ννιά
νδρέα Κάλβου ωαννίδου
ΕΛΠΙΣ.ΠΑΤΡΙΔΟΣ.
τί τίτλος σύγχρονος θεέ μου
τι πελπιστικά
αἰῶνες δύο πρίν
προφητικός




ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ
Ανασκαφή                                                                                                                                                                                                                                                           
Χώμα πάνω στο χώμα
Την εποχή εκείνη
Ήταν το μόνο που είχε σημασία
Τα νύχια μας καθάριζαν οστά
Υπολείμματα
Διπλωμένοι θάφτηκαν κάποιοι
Πιστοί μέχρι τέλους στην συγκατάνευση
Άλλοι ευθυτενείς αφέθηκαν στη σήψη
Και εμείς καλοκαίρια ολόκληρα
Γυρεύαμε κάποιον ευτυχισμένο νεκρό

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Η ΠΥΛΗ ΤΩΝ ΛΕΟΝΤΩΝ                                                                                            
Τα λιοντάρια είχαν χαθεί από χρόνια
ούτε ένα δεν βρισκόταν σ’ όλη την Ελλάδα
ή μάλλον ένα μοναχικό, κυνηγημένο
κάπου είχε κρυφτεί στην Πελοπόννησο
χωρίς ν’ απειλεί πια κανέναν
ώσπου το σκότωσε κι αυτό ο Ηρακλής.
Ωστόσο η θύμηση των λιονταριών
ποτέ δεν έπαψε να τρομάζει
τρόμαζε η εικόνα τους σε θυρεούς και ασπίδες
τρόμαζε το ομοίωμά τους στα μνημεία των μαχών
τρόμαζε η ανάγλυφη μορφή τους
στο πέτρινο υπέρθυρο της πύλης.
Τρομάζει πάντα το βαρύ μας παρελθόν
τρομάζει η αφήγηση όσων έχουν συμβεί
καθώς τη χαράζει η γραφή στο υπέρθυρο
της πύλης που καθημερινά διαβαίνουμε.

ΒΕΡΟΝΙΚΗ ΔΑΛΑΚΟΥΡΑ
ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ                                                                                                      
ΠΟΥ ΜΑΣ 
ΠΕΡΙΒΑΛΛΕΙ 
ΕΙΝΑΙ, 
ΕΥΤΥΧΩΣ, 
ΜΟΝΟΝ Ο 
ΦΛΟΙΟΣ. 
ΣΤΟΝ ΚΑΡΠΟ 
ΥΠΑΡΧΕΙ 
ΦΩΣ



MHΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ     ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΙ     https://www.youtube.com/watch?v=TqDmSicsItE


ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ 
Η άτιτλη σιωπή                                                                                               
                                                                                                                                           
Κρατούν τα παλιά όπλα

Εδώ κι εκεί οι μνήμες των προγόνων

Σκορπίζουν οι φλόγες
τα ζαλισμένα κορμιά
οι σιδερένιοι τοίχοι
τα δάκρυα

Κοιτάζουν εμπρός
το θαύμα πίσω από τις λέξεις
τις βαμμένες πόρτες της φυγής

Έρχονται κιόλας οι βροχές
οι καλοντυμένοι βάρβαροι
μερικές ικεσίες
τα ψέματα

(Οι γελαστές φωνές αντηχούν καλύτερα στο ημίφως)

Η πρόχειρη σκηνή της μάχης
η ορχήστρα
το κοίλο
και πιο πάνω τα πεύκα

Σκέψου το πάλι –

Ο βηματισμός στα χνάρια τους

Ο νόμος για τον αλλιώτικο εαυτό τους



ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
Η θάλασσα που ενώνει                                                                                                                                                                                               
Πρώτα αγαπάμε τους νεκρούς μας.
Πρώτα αυτούς θα θυμηθούμε αν πρέπει να θυμόμαστε,
όπως τα παιδικά μας μάτια θυμούνται μία έκρηξη.

Ο χρόνος˙ πυροτεχνουργός˙ χέρι που έρχεται και
μουτζουρώνει τα βλέφαρα σαν ποίημα.

Μιλάω στη μητέρα μου, της γράφω «θάλασσα»,
οι λέξεις στο χαρτί βγάζουν σε χάρτη.
Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτος
–κάποιο όνειρο ανεκπλήρωτο–
μα ό,τι μας φράζει το δρόμο προς τη διώρυγα
δεν είναι ένας μαύρος καπνός˙
κάτι ξυπνάει τον τρομαγμένο άνθρωπο
από το λήθαργο των πεθαμένων.

Τι έγινε στ’ αλήθεια κανείς δεν το γνωρίζει
παρά μόνο η ψυχρή μνήμη ή η γυμνή αποκάλυψη.

Προς το παρόν η ανθρωπότητα είναι ήχος,
γδαρμένο γυαλί,
πες την απόπειρα για ελευθερία.



ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Είκοσι                                                                                                                                      
6.

Το μόνο αγώνισμα
η ζωή
που δεν προβλέπεται
ισοπαλία


11.                                                                                                                                          
Το τρέμω
το κτήνος
που γίνεται
ο άνθρωπος
για ν’ αντέξει.
Που πρέπει
να γίνει.
Το τρέμω.
Το μισώ.
Και το σιχαίνομαι.
Το ευγνωμονώ.

16.                                                                                                                                                
Με ανασκευάζει η ζωή.
Και λέω ζωή
για να μην ονομάσω τον δυσώνυμο.
Αλλά το ξόρκι
ανήμπορο.
Ανόητο.
Γιατί εντέλει και εξαρχής
αυτός το όνομά μου.
Τίποτα, μια δροσιά ο άνθρωπος
κάτω από μαύρο ήλιο πύρινο.
Γραφή πάνω στο χιόνι
το δικό του όνομα.
Και σβήνεται πριν διαβαστεί.


ΔΑΝΑΗ ΣΙΩΖΙΟΥ 
Alice in damageland                                                       
Προσπερνώντας
θα επιβιώσω
της ζωής
μου
καθώς επίσης παίζοντας:
τραμπάλα, κρυφτό, τυφλόμυγα
κυνηγητό
                και άλλα
χρήσιμα παιδικά παιχνίδια.

 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ
Στην εποχή του κάτι σαν                                                        
Στην εποχή τού κάτι σαν
Μπότες και πέτσινα μπουφάν
Φοράνε και κυκλοφορούν
Στην πόλη που περιπολούν
Σαν κλέφτες οι αστυνόμοι
Στους τοίχους ψίθυροι, κραυγές
Μαύροι λεκέδες και μπογιές
Με τον θυμό και την ντροπή
Πάνω στην κόκκινη γραμμή
Χορεύει κι η συγγνώμη
Και στ’ οχυρό των Αθηνών
Πάνω στις βίγλες των τειχών
Τη νύχτα ανάψανε φωτιές
Και ήταν πολιορκητές
Οι πολιορκημένοι
Στον νεκροθάλαμο μετρώ
Τραύμα του θώρακος τυφλό
Ύψιλον πάνω στο κορμί
Σαν του αιώνα την τομή
Ανοίγει και βαθαίνει
Στην εποχή τού κάτι σαν
Με σιδερένιο παραβάν
Κρύφτηκαν όλα. Μόνο εμείς
Μέχρι το τέλος εκκρεμείς
Φορώντας κουστουμάκι
Εδώ που οι δρόμοι είναι παλιοί
Αλλά η πόλη μάς καλεί
Για να εφευρεθεί ξανά
Μέσα από στάχτη και φωτιά
Τούτο το αλωνάκι

ΧΑΡΙΣ ΚΟΝΤΟΥ
Οι δραπέτες της Πατησίων                                                                                           

Σαν πίδακες νερού έξω από πλαστικά χωνιά
απλώνουν τίμια σεντόνια
οι δραπέτες της Πατησίων
εκείνοι με τα μπαλόνια-σπαθιά
που ολοκληρώνονται
κι η αγάπη τους αναπνέει από μέσα τους,
και όπως το βουνό τους χαράζει,
γράφουν για πέλεκες και για ήλιους


ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ     ΑΥΤΟΙ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΔΕΝ   

ΜΑΡΙΑ  ΤΟΠΑΛΗ

 «Άφλα» χωρίς Ωμέγα στην ποιητική της κρίσης                                                                                            
Στην εποχή μας το κείμενο πολλαπλασιάζεται εκρηκτικά και ταυτόχρονα αποσχηματίζεται. Μαζί του αφανίζεται και η ασφάλεια του «τοίχου»: το σταθερό υλικό, το χαρτί, το σταθερό πολιτισμικό/βιοτικό πλαίσιο, η σταθερή ανθρώπινη κοινότητα. Το ζήτημα της προφορικότητας είχε λοιπόν αρχίσει να τίθεται με όρους μιας κάποιας επιστροφής σε κάτι περισσότερο σωματικό και στοιχειώδες ήδη ως αντίδραση σε αυτήν τη νέα, την προ-κρίσεως-κατάσταση. Μένει να δούμε αν και τι επέτεινε, σχετικά με το θέμα αυτό, η κρίση…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ

ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ                                                                                              

...Α, πόσα ποιήματα χρειάζονται
για να στεγάσω τους αδύναμους
πόσα παραμύθια, για να φύγουν
θεριά και δράκοντες αληθινοί


Πώς σε κατάντησαν πατρίδα οι δημοκόποι,
πώς...
με περιούσιο λαό χωρίς περιουσία
σε εξαπάτησαν με ψεύτικα φτιασίδια
σε κλείσανε στα τείχη τους
σε αλωνίζουν οι προστάτες
κι έγινες η περήφανη εσύ
τώρα ζητιάνα των βαρβάρων
που της στερήσανε το φως
για να εισπράξουμε έστω αργά
πως δεν υπάρχει πιο μεγάλη ενοχή
από την ανοχή μας

…Αυτόν τον κόσμο φτιάξαμε;
Γι’ αυτόν αγωνιστήκαμε;
Πώς θα κοιτάξουμε στα μάτια τα παιδιά;

…Να ήξερες με πόσο
Λίγη αγάπη
Θα άλλαζε ο κόσμος



ΛΙΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔOY
Απροσδόκητα                                                                                                                                                     
Η κρίση χώρεσε παντού.
Τα μαλλιά της ανεμίζουν στα πρόσωπά μας.
Το άρωμά της, μυρωδιά μπουρδέλου, διαπεραστικό.
Κοιτάει με πάθος και αυταρέσκεια.
Οι κατηφορικοί δρόμοι της κρίσης.
Μπαλκόνι με θέα την κοιλάδα της κρίσης.
Το οικόσημο στην είσοδο της κρίσης.
Μα η κρίση, σκέφτομαι, είναι μια αφηρημένη έννοια
Πώς θα μπορούσε να κατακτήσει τον αέρα, τα βουνά
τη θάλασσα, τον ήλιο;
Πώς είναι δυνατό όλο αυτό το ευρύχωρο φως γύρω μας
να ανήκει στην κρίση;
Αψηφώ τις προειδοποιήσεις.
Φοράω τον χρόνο ανάποδα
ξεριζώνω τους άσπρους κροτάφους του
βάφω τα χείλη του κόκκινα
και εκτίθεμαι στην κρίση σας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
ΑΣΤΕΓΟΣ 2013                                                                                                                                                                                             
Η αλήθεια είναι πως σκοτώνει
αρκούδα αυτό το κρύο κι η Σταδίου κατεβάζει
φαρμάκι, αλλά θα βγει το βράδυ: θα έρθουν
τα σκυλιά. Έχω ψαρέψει από τον κάδο στην Ομήρου
δύο χάμπουργκερ μισά,
θα τα φάνε, θα ζαρώσουν εδώ δίπλα,
θα ζεσταθούν, θα ζεσταθώ.
Ε, όχι να πεθάνω από την αθλιότητά τους
πριν πεθάνω από το κρύο!
Ας πάνε σπίτια τους,
ας τσακωθούν
με τις γυναίκες τους για τα παιδιά
και με τα παιδιά για το σχολείο,
ας δουν στην τηλεόραση
να τους βρίζουν, ας φάνε μέχρι σκασμού,
ας χαμηλώσουν την θέρμανση
πριν πάνε στο κρεβάτι κι ας πεθάνουν
από βλακεία πριν πεθάνουν από τη ζέστη.
Εγώ θα είμαι εδώ και θα ονειρεύομαι
τις απογευματινές εφημερίδες:
Υπουργός πέθανε από τη ζέστη,
εν μέσω πολικού ψύχους!
Ε, πως! Αυτό το κρύο είναι δικό μου,
περάσαμε πολλά μαζί.
Δεν με πειράζει.



ΜΕΡΗ ΛΙΟΝΤΗ

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ;                                                                      

Με φωνάζουνε Χρήστο
Εμένα. Το παιδί απ’ τη χώρα
του Γκάντι

Με τα μαύρα μαλλιά
Τα σγουρά σαν των νέγρων
Και την πλακουτσωτή μύτη
Να μαρτυρούν πως δεν ανήκα
σε κάστα

Με φωνάζουνε Χρήστο
Εμένα. Που κάποτε με λέγαν
Ανίλ
Μιλώ τη γλώσσα αυτού του
τόπου
Άλλη δεν ξέρω κι ίσως δεν έμαθα
ποτέ
Οι άνθρωποι που με μεγαλώνουν
έχουν φίλους
Οι φίλοι με χαιρετάνε αλλά είναι
για χάρη τους

Με φωνάζουνε Χρήστο
Γεννήθηκα σε μια χώρα
που δε θυμάμαι
Μεγαλώνω σε μια χώρα
που θέλω να ’ναι και δική μου
Μα είμαι μόνο ένας μαυράκος

Κι ας με φωνάζουνε Χρήστο

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ
ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΙΟ                                                                                                           

«Βαρέθηκα να γράφεις πως εμείς τα κάνουμε όλα,
πως εμείς λιμοκτονούμε την Αφρική και την Ασία,
πως εμείς σκοτώνουμε τους μετανάστες,
πως εμείς κατουράμε τους αιχμαλώτους,
πως εμείς πεθάναμε τον γέρο ζητιάνο που βρέθηκε παγωμένος από το κρύο.
Τούτο το αυτομαστίγωμα είναι γραφικό
και υποκριτικό όσο δεν πάει
και, επίτρεψέ μου, δεν το λέω για σένα προσωπικά, λίαν ύποπτο.
»Και για να μιλήσω για τον εαυτό μου:
Εγώ δεν σκότωσα, δεν λιμοκτόνησα, δεν ξεφτέλισα,
δεν πέθανα κανέναν…
Στ' αλήθεια έχει γούστο να περιφέρουμε τις δήθεν ενοχές μας,
αλλά τούτο το τσουβάλιασμα που μας κάνει όλους ίδιους
είναι πρώτης τάξεως άλλοθι για τους πραγματικούς ενόχους
(βιομηχάνους, καπιταλιστές και λοιπούς πλουτοκράτες).
Με τη μανιέρα σου δικαιώνεις τους δικαστές του Γιόζεφ Κ.,
πετάς το μωρό μαζί με την μπανιέρα –
κι αν είναι όλοι ένοχοι, δεν είναι κανείς…»
Έγραφε κάμποσα τέτοια επιχειρήματα στο μέιλ του                                                       
χτυπώντας με θυμό τα δάχτυλά του στο πληκτρολόγιο 
που, όπως κι εγώ, είχε αγοράσει με τρία ευρώ,
χώρα κατασκευής κάποια μακρινή,
Κίνα, Ταϊβάν, κάτι τέτοιο.


ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Ο ΕΠΑΙΤΗΣ                                                                                                                                                                                                                                                        
Δες τον.
Με πτυχία και πέτρινο μουστάκι.
Σέρνει δυο τρία πεινασμένα κουτσούβελα
Και νιώθει παντελώς αγράμματος
Μπρος στον Παλαιό των Ημερών. Τον Πιστωτή του.

 Σπρώχνει ένα κουτάβι στην κοιλιά του.
Μισεί και ντρέπεται και φοβάται.
Χάσκει το στόμα του από δύσπνοια.
Δεν προσδοκά καθαρό αέρα.

Όλη του η σκέψη μια μουντζούρα με το δάχτυλο
Πάνω στο όνομα, στην καταγωγή, στα κιλά του.
Σκιαγραφούμενος σ' ένα γραμμάτιο
Περνά κατευθείαν στον Χάρο.

Ούτε κι εκεί δεκτός. Πρέπει πρώτα
Να ζητιανέψει τα ναύλα.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Ο ξένος                                                                                           

Γιατί ο ξένος δεν γνωρίζει την πολιτεία την ημέρα.
Ο ξένος το βράδυ γνωρίζει την πολιτεία, όταν κοιμάται.
Το πρωί φεύγει πάλι με το στυφό ύφος
αυτού που έψαχνε κάτι και δεν το βρήκε. 

Εσύ που κάποτε τον αγάπησες
όταν τον δεις να περνάει από την πόρτα σου,
δώσ’ του κάτι από εκείνη την παλιά τρυφερότητα, 
και σκέψου μετά από χρόνια
ότι πέρασε κάποτε από τη ζωή σου ο Οδυσσέας. 


ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ     ΜΑΖΙ  
https://www.youtube.com/watch?v=PR2AifoNiEw



ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ
 Σαν Φρουκτουόζο                                                                                                                                                                                                                        
Κυριακή μεσάνυχτα
αναμμένο το Σαν Φρουκτουόζο
μια λάμπα γκαλλέ
ο παγωμένος Ιησούς
στερεοποιημένη όστια
διεμβολίζει
τα βαπόρια με σώμα κι αίμα
να δω νύχτα
τη Γένοβα απ’ τη θάλασσα
ένα υπερωκεάνιο (θαρρώ το Arcadia)
ταξιδεύει τον παππούλη μου
φτωχό και πεινασμένο
για τη νήσο της Έλλης


ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ ΓΛΥΝΙΑΔΑΚΗ

 Τα του Πολέμου                                                                                  

Αμερική, πότε θα επαναστατήσουν οι βετεράνοι σου
να θάψουν το Κονγκρέσο σου κάτω από τόνους
χεριών, ποδιών, δεν ξέρω. Δυο κόσμοι ενωμένοι με μια κόκκινη
κλωστή, αυτοί που αποφασίζουν για τον πόλεμο
κι εκείνοι που πηγαίνουν. Κι αυτή η κόκκινη
κλωστή, πολύ λεπτή μου φαίνεται, πολύ φτωχή
κι απελπισμένη – σαν τεντωμένη απλώνεται
να φτάσει τη Μεσόγειο και να ενώσει ερήμους –
σαν τα αγόρια τ’ άγουρα, που ντύνονται στα μπεζ
και πάνε απ’ τη Νεβάδα στην Παλμύρα
κι από σπίτι σε σπίτι
με όπλα που θυμίζουν παιχνιδομηχανές
σκοτώνοντας παιδιά που κουβαλούν οβίδες
δίχως να ξέρουν το γιατί,
μονάχα «καν’ το» τους έχουν πει κι αυτά το κάνουν
στο όνομα ενός Θεού ή ενός προφήτη, στο όνομα
μίας πατρίδας, στο όνομα κάποιου πράγματος
που δεν είναι αγάπη
μα ούτε παράσημο από το καλοφαγωμένο,
ράθυμο Κονγκρέσο, που κάθεται πίσω από το παχύ
τηλέφωνό του δίνοντας εντολές
σ’ αυτούς που παίζουν τρώγοντας ζωές
και χωνεύουν οικογένειες.
Μα όχι του Κονγκρέσου.
Δυο κόσμοι ενωμένοι με μια κόκκινη κλωστή,
σωληνάκια αίμα για το Θεό και τον Αλλάχ
για την τιμή και τα λεφτά, για άμυνα κι επίθεση κι ελευθερία
και καταπίεση, καταδυνάστευση, ιστορία
και όλες αυτές τις έννοιες που μαγειρεύουν οι άνθρωποι
για να τραφούν ο ένας απ’ τον άλλον.
Αμερική, πότε οι βετεράνοι σου
θα κόψουν χέρια, πόδια, να πάψουν πια να ζουν
με σωληνάκια made in hell; Με τέτοιες κόκκινες κλωστές
κρατάς τους στη ζωή, σα μαριονέτες.



ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ
ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ                                                                                           
Από δω έφυγε
η μισή πατρίδα
για τα ξένα

ΤΥΦΛΟ                                                                                                                                   
Σήμερα αύριο
το μέλλον ζυγώνοντας
κλείνει τα μάτια



ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ
Βράχηκαν όλα:                                                                                          
μνήμες, ιδέες, ζωές
ως το κόκαλο



ΚΑΛΛΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Κάθε μέρα        
Η ίδια μάχη
Ο Δαβίδ κι ο Γολιάθ
Στο τραπέζι της κουζίνας
Στροβιλίζει το πιρούνι του
Πάνω από τα κεφάλια των περαστικών
Κι εύχεται να μην τον τσακίσει
Το βάρος της αποτυχίας
Το πιρούνι στα χέρια του
Ζυγίζει όσο μια τρίαινα
Που δεν χτύπησε διάνα το στόχο της
Στο δόξα πατρί
Εκεί, ανάμεσα στα μάτια
Που τον εκλιπαρούν να τους δώσει
Την πρώτη και χαριστική βολή
Μα τα χέρια του δεν έχουν πιάσει τρίαινα
Παρά μόνο τσουγκράνα
Κι έχει ησυχάσει με τις άκρες της
Χαράδρες, χέρσα γη, πλαγιές και βοσκοτόπια
Κι όπως την λογαριάζει
Σκαλίζει στο τραπέζι
Να βρει αφορμή κι εύφορο έδαφος
Μα ανακινεί μόνο σκουλήκια
Κοπριά και πάθη παλιά σαν φύλλα ξερά
Χαμηλώνει το πιρούνι
Και χαράσσει διαχωριστική γραμμή
Κι απόψε
Κάθε μέρα
Η ίδια μάχη
Ο Δαβίδ κι ο Γολιάθ
στο τραπέζι της κουζίνας
Κραδαίνουν τις άδειες τους παλάμες


ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ

Κάθαρσις                                                                             
                                Όταν λέω εσύ, το λέω μόνος μου.                             
Οι μέρες άργησαν. Αλλά ήρθαν.                                                                                        
Το ψωμί φαγώθηκε.
Κάναμε μια βόλτα στην προκυμαία
για να θάψουμε το ψωμί και τον σκύλο.
Βέβαια δε μιλώ ούτε για σκύλο ούτε για ψίχες.
Για τούτα θα μιλήσει αυτή.
Εγώ μιλώ για φέρετρα.
Και κόρα.
Τα τελευταία ψέματα τα 'πε νύχτα,
μπροστά στη θάλασσα.
Δεν ήξερα πως έτσι λέγεται το τέλος.
Έτσι, τελευταία φορά την είδα στο παγκάκι που 'κατσε
πάνω απ' τα σκύβαλα και το νερό στις πέτρες.
Έκλαιγε μέσα σε ρίγη καπνού.
Κάτι κρατούσε που 'μοιαζε νεκρό.
Από μακριά ακουγόταν η φωνή του κενού
σαν αλάτι που καθάριζε τη γη από μένα,
δηλαδή ακουγόμουν εγώ που της μίλαγα,
σαν να μην υπήρχα.

ΜΑΡΙΑ  ΤΟΠΑΛΗ        


«Άφλα» χωρίς Ωμέγα στην ποιητική της κρίσης                                                                                                      
Η ανάδυση μιας ποίησης όχι απαραίτητα πολιτικής με την παραδοσιακή έννοια, αλλά με πολιτική λειτουργία, μιας και θέτει για δικούς της, υπαρξιακούς λόγους, επιτακτικά το ζήτημα του καρφώματος των λέξεων˙ το «κάρφωμα των λέξεων» ως στάση σωματική και αξιακή, ως φωνή και ως κείμενο, που λειτουργεί εκ των πραγμάτων ως αντίσταση στην παντοκρατορία του εφήμερου και του αναλώσιμου˙ η ανάγκη, τέλος, ενός τουλάχιστον ακόμα σώματος, ενός partner, ενός συντρόφου διατεθειμένου να δεχτεί τα λόγια-καρφιά στο σώμα του ως «τοίχος», να διαβάσει, να ακούσει, να ανακλάσει με τον δικό του τρόπο το ποίημα, περιγράφει τη νέα συνθήκη μέσα στην οποία γράφεται και εκφέρεται, με το στόμα και το σώμα, η παλιά-νέα ποίηση, σε καιρό κρίσης.

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ     ΤΑ ΠΑΤΩΜΑΤΑ     https://www.youtube.com/watch?v=FEYKJLBULB0 


ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΤΙΤΛΑ                                                                                                                                                                                                        
Ι
Κάθε τάξη και το μεταφορικό της μέσο
Οι ελάχιστοι στον ουρανό πετώντας
Οι λίγοι και ψηλά τη λιμουζίνα
Οι πολλοί και χαμηλότερα το μετρό
Οι πλείστοι στα βαθιά το λεωφορείο
Οι λίγοι και βαθύτερα με τα πόδια
Οι ελάχιστοι στον πάτο έρποντας
κι όλοι πατάν τον ποιητή.

ΙΙ                                                                                                                                                                                                                                              
Οι διανοούμενοι                                                                                             
στον καιρό της κρίσης
ποτέ δεν εγκαταλείπουν τη χώρα τους.
Τα οικόπεδα
είναι φτηνότερα,
οι εργάτες τσάμπα
και επιτέλους οι τυφλοί
μοιάζει να είναι περισσότεροι
από τους ίδιους
τους μονόφθαλμους.

ΙΙΙ                                                                                                                                                                                                                                                        
Είναι γεγονός.
Η κωμωδία στην Ελλάδα περνάει κρίση.
Δεν υπάρχουν αξιόλογοι ηθοποιοί πια.
 Έχει απορροφήσει όλα τα ταλέντα η πολιτική


ΓΙΟΥΛΗ ΒΟΛΑΝΑΚΗ

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ                                                                                        
Συνάντησα
σ’ ένα Σύνταγμα φανταστικό
της νιότης μου
τον Κλέωνα και τη Μυρτώ
αγαπημένους φίλους, δυνατά μυαλά
Θέμα συζήτησης
ατέρμονης και παθιασμένης
η αστική δημοκρατία
και η πάλη των τάξεων

Εκείνος
τότε
στη φυλακή,
ποινικός
Εκείνη
έχασε το σύντροφό της
που επί χρόνια έψαυαν μαζί
μιαν εκδοχή άμεσης δημοκρατίας


Ξύπνησα στην Κρήτη
με ραγισμένο πόδι
Στο Σύνταγμα και στη Βουλή
η Δημοκρατία
με ραγισμένο το φτερό
(Τι ανάρμοστη σύγκριση
θα πείτε δικαίως.
Πράγματι, άτοπη εντελώς
Κι όμως, κι όμως…)

Έκτοτε
όλοι
(άνθρωποι και θεσμοί)
χτίζουμε
πάνω σε ρωγμές
το νέο σώμα μας



ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΟΥΝΗΣ
 ΕΓΡΑΦΕ ΤΗΝ ΤΙΜΗ                                                                                                                                         
Όταν έμεινε άνεργος
και μπήκε όπως όλοι στη σπείρα
της ελπίδας, της ματαίωσης,
είπε να γράψει τίποτε
μα του ’βγαιναν κάτι φριχτές κοινοτοπίες.
 Ήρωας δεν ήταν, ούτε ήξερε κανέναν.
Βάρυνε, έγινε αργός και δύσκαμπτος.
Τον έπιασε η νόσος των τιμών.
Σ’ ένα τεφτέρι έγραφε τις τιμές
της ζάχαρης, της μπύρας, του ψωμιού,
πόσο τα καύσιμα, πόσο οι λογαριασμοί.
Την τιμή τη δική του, των παιδιών του.
«Αν το ’βαλες να τρελαθείς «, είπε η γυναίκα του,
«εμείς τι σου χρωστάμε;»
μα αυτός έσκυψε κι έγραφε την τιμή.
Για όλα όσα δεν πρόλαβε να πει
για όλα όσα δεν τόλμησε να κάνει.



ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΛΑΣΤΗΡΑ

Αργά σε άλλο πύργο                                                                                                                                                                                                                     

Έχουν φορέσει όλοι τα σκουφάκια τους
Οι προσευχές κυνηγάνε τον Κύριο
Η κουκουβάγια εξασκεί τη σοφία της
Κάποιος τρώει τρουφάκια στην κουζίνα
όσο υπάρχει καιρός



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΓΕΛΗΣ
Κορίτσι άγουρο η πόλη μου σήμερα                                    
φοβισμένη, με λερό φουστανάκι
κάθεται στα σκαλιά της πολυκατοικίας της
απλώνει το χέρι στους περαστικούς
μαζεύει σπασμένα δόντια
ρίχνει χάπια στο πεζοδρόμιο, φωνάζει
πουλ-πουλ τα περιστέρια να μαζευτούν
κι όταν δεν την κοιτάζουν
τους βγάζει τη γλώσσα.

 Κορίτσι άγουρο η πόλη μου σήμερα
σημαία ενός κόκκινου πείσματος το λερό της φουστάνι
αγκαλιάζει τα γδαρμένα της γόνατα, σουφρώνει τα χείλη
αποκεφαλίζει πεταλούδες, καίει κάδους σκουπιδιών
με τα λάφυρα της λεηλασίας της φτιάχνει
ένα καινούργιο περιδέραιο
έρχεται η μάνα της την αρπάζει απ’ τ’ αυτί
αρνείται τη μάνα της
αρνείται να μεγαλώσει
ποτέ δεν μιλάει

κάθε απόγευμα παίζει μουσική
μ’ ένα κουτάλι μετρώντας τους ρόμβους
του συρματοπλέγματος



ΕΦΗ ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΟΥ

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΗ                                                                     

*ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Θέλω να φτιάξω ένα τραγούδι.                                      
Προς το παρόν γράφω στίχους.
Το πρωί, το μεσημέρι, το βράδυ.
Στιχάκια που λένε πώς νιώθω, πώς βλέπω, πώς ακούω,
πώς μιλάω και πώς σωπαίνω.
Μαζεύω τις αποδείξεις που ξεχνούν οι πελάτες
στα τραπέζια του καφέ.
Κάθε νύχτα τις βάζω μέσα σ’ ένα χοντρό βιβλίο
να ισιώσουν.
Την επόμενη μέρα γράφω τους στίχους μου
στο πίσω μέρος των αποδείξεων
που είναι άδειο και λευκό.
Εγώ το γεμίζω.
Ο κύριος Μάρκος μού το είπε:
Μια μέρα όλη η κίνηση της ταμειακής μηχανής
θα γίνει το δικό μου τραγούδι.
Από την ανάποδη μεριά,
τη λευκή και καθαρή.


*Κύριος ΜΑΡΚΟΣ

Όταν πήρα σύνταξη βρέθηκα ξαφνικά με περίσσεια χρόνου. 
Όχι ότι δεν είχα πώς να τον γεμίσω. Με έτρωγε όμως το σαράκι του δασκάλου χωρίς μαθητές, σαν το ζωγράφο που δεν έχει καμβάδες για να ζωγραφίσει ή το ναυτικό που βρίσκεται στην κορυφή ενός βουνού να ατενίζει τη θάλασσα από μακριά.
     Έτσι όταν παρουσιάστηκε η ευκαιρία να συμμετάσχω εθελοντικά στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα αυτής της πρωτοφανούς επιχείρησης την άρπαξα από τα μαλλιά. Και δικαιώθηκα αμέσως. Αυτοί οι ιδιαίτεροι νέοι μαθητές-εργαζόμενοι  ήταν το πιο παρθένο και πρόσφορο έδαφος που είχα ποτέ για να δουλέψω.
     Όλα τα παιδιά τα αγαπώ αλλά η μεγάλη μου αδυναμία είναι ο Αναστάσης. Έχει, βλέπετε, και το όνομα του γιου μου. Κάθε φορά που με βλέπει τρέχει προς το μέρος μου ανεμίζοντας κάτι απίστευτα μακριές κορδέλες.
     «Κύριε Μάρκο, κύριε Μάρκο, θα με βοηθήσετε να φτιάξω ένα τραγούδι;»
     Κάθε μέρα και μια κορδέλα. Είναι όλες τους φτιαγμένες από μικρά πυκνογραμμένα χαρτάκια, ενωμένα μεταξύ τους με συρραπτικό.
     «Μόνο εσείς μπορείτε να με βοηθήσετε κύριε Μάρκο. Εμένα το μυαλό μου πετάει και βγάζει πολλούς στίχους, σαν το αεροπλάνο που αφήνει πίσω του μία άσπρη γραμμή στον ουρανό.»
      Ο Αναστάσης μου θέλει να γίνουν οι στίχοι του τραγούδι. Αυτό είναι το μεγάλο του όνειρο.
     «Μ' ένα σύννεφο πετώ»
      Θα πιάσω λοιπόν τις κορδέλες, θα διαλέξω στίχους, θα τους ταιριάξουμε και θα τους κάνουμε μαζί τραγούδι. Έπειτα θα φωνάξω δυο τρεις φίλους μουσικούς και θα το ντύσουμε με νότες.
     «Μια γραμμή στον ουρανό»
     Τότε θα διοργανώσουμε μια συναυλία στο καφέ. Κι όταν το τραγούδι του Αναστάση ακουστεί για πρώτη φορά, είμαι σίγουρος ότι θα είναι ευτυχισμένος.
          
           «Μ΄ένα σύννεφο πετώ                                                                                     μια γραμμή στον ουρανό
              κι όσο πάω ν' ανεβαίνω
              τον αέρα θ' ανασαίνω»



ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ       
Ερώτηση και απάντηση στην αγορά 
«Βγάζεις λεφτά» μου λένε «από την ποίηση;»
«Λεφτά ;» τους απαντώ, «λεφτά;
Βγάζει λεφτά ποτέ ο εραστής;
Λεφτά βγάζει μονάχα ο νταβατζής»



ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ     ΞΕΧΝΑΜΕ



MAΡΙΑ ΣΥΡΡΟΥ

εχεμύθεια                                                                                                                                               
σήκωσα το ακουστικό βαριεστημένα
— στης ανεργίας μου τα χρόνια
καυχιέμαι πως κατέκτησα
την απαξία της ελπίδας.
από γνωστή στατιστική εταιρεία
κάποια υπάλληλος
—συμβασιούχος ορισμένου χρόνου, υπέθεσα—
με παρακάλεσε για καναδυό ερωτήσεις
ίσαμε να φανεί πως άξιζε το μεροκάματο.
σάστισα μπρος στην ειλικρίνειά της
με ρώτησε, απάντησα.
ήθελα τόσα άλλα να της πω
—για τη χαμένη μου αξιοπρέπεια
και τους χαμένους φίλους—
μα δεν ταιριάζανε οι ερωτήσεις.
εκείνη αρκέστηκε να μάθει
ποιες ώρες άκουγα ραδιόφωνο
κι αν είχα βγάλει το πανεπιστήμιο.
με καλημέρισε ύστερα ευδιάθετη
σα να με ήξερε από χρόνια
και μου ευχήθηκε ό,τι καλύτερο
λες κι είχα τα γενέθλιά μου.
τι να σκεφτόταν άραγε;
είναι κάτι συμβάσεις άγραφες
που δε θα λήξουνε ποτέ.

XΡΗΣΤΟΣ ΣΙΟΡΙΚΗΣ
Σταθήκαμε όπως έπρεπε                                                                                
για να περπατήσουμε
σε σειρά όλοι
πιασμένοι χέρι χέρι

Αυτά ξέρω
Μα δεν αρκούν
για το πολύ χιόνι
Παρ' όλα αυτά
για μία στιγμή
οπωσδήποτε
κάποιος έτρεμε
μην πέσω


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΟΡΟΣ Ι                                                                                                           
                                                                                                                                             
Παγιδευμένοι στο πριν και το μετά
ρίχνουμε κλεφτές ματιές στον καθρέφτη
το πρόσωπό μας εκεί σκληρό ήδη σημαδεμένο
Μπροστά ο δρόμος,
το άσπιλο πρόσωπο της νιότης.
Εδώ, μαζί, στο ίδιο σώμα.
Δεν έφυγε
δεν είναι δρόμος που παίρνεις,
ούτε κουβάρι που ξετυλίγεται μέχρι το τέλος
αλίμονο, όχι
Είναι κοχύλι που χτίζεται εσωτερικά
χωρίς να βλέπεις την έξοδο
χωρίς να βρίσκεις την κατεύθυνση
Μια άγνωστη πρόθεση
άσβεστη
Και το ταξίδι είναι ξήλωμα όχι προορισμός.
Ας ξηλώσουμε λοιπόν τις ραφές.
Η γιαγιά μου ξήλωνε
ένα ολόκληρο κουστούμι αντρικό
μέσα σε μια νύχτα
και το ξανάραβε από την αρχή
το μέσα έξω
Έτσι διπλασίαζε τη ζωή του
το μέσα έξω
Η διαδρομή είναι διπλής κατεύθυνσης
κάθε στιγμή
κάθε στιγμή πολλαπλή
και μπρος και πίσω
κι ακόμα, πολλές φορές η ίδια διαδρομή.
Δεν ήταν τέχνασμα. Μα δεξιοτεχνία.
Άλλωστε χωρίς τη γνώση ενός τεχνίτη όλα χάνονται διπλά.
Και σαν παρόν και σαν ανάμνηση.
Ας αναβλύζει ο καιρός
Η δοκιμασία είναι το πέρασμα
Να βρίσκεις τρόπο να περνάς ακόμα κι από μια κουμπότρυπα
Όχι να προχωράς αλλά να συμβαίνεις.


ΘΟΔΩΡΗΣ ΧΙΩΤΗΣ

Αιμάτωση                                                                                                                                                                                                                                            
1.

Nαι –
ίσως στη μήτρα

αλλά μέσα σε μια άλλη μηχανή

έγινα αυτό εδώ:

το αποτέλεσμα χιλίων
αυτοματοποιημένων οφθαλμών.

2.                                                                                                                                                            
Η Λώρα Μαρς                                                                                         
μανιωδώς φωτογραφίζει
την πορεία της προς τη διάρκεια.

Μια διαδήλωση από μάτια μοιάζει με συγκρουόμενους μαγνήτες:
το αποτέλεσμα πληθυσμών υψηλής πυκνότητας οι οποίοι επεκτείνονται
και συναντώνται κατά μήκος απειροελάχιστων αποστάσεων. 

3.                                                                                                                                        
Η τέλεια λαβή ενός χεριού
που δεν έχει πλέον καμμία χρήση:
μια θάλασσα με κενά.


ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ

Δεν σιδερώνω. Είναι ύβρις                                     
Να ακυρώνονται οι ζάρες.
Δεν είδα χαρακιές ποτέ
Να σβήνονται τόσο εύκολα.
Γιατί τα ρούχα τις ουλές τους να ξεχνούν
Τόσο ομαλά.
Ποιος μας λειαίνει εμάς.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ 
[σταθερότητα: το τραπέζι]      
 Γιατί ναι;           (Γιατί όχι;)
Γιατί όχι;             (Γιατί ναι;)
Γιατί όχι;             (Γιατί ναι;)
 Γιατί ναι;            (Γιατί όχι;)
Αυτά είναι τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού.
Αυτή είναι η μέθοδος της αν
ισορροπίας. Έτσι μόνο, η αστάθεια εκλαμβάνεται ως σταθερότητα.
Έτσι το τραπέζι οσιώνεται ως κατασκευή
(«κι αν δεν το βλέπεις τώρα, υπομονή, σε λίγο θα το δεις»)
και το ζήτημα μετατίθεται σε προβλήματα του εδάφους
(«δεν φτιάξαμε το έδαφος εμείς, υπάρχει αφ' εαυτού του,
δεν είμαστε εμείς οι κατασκευασταί του σύμπαντος χώρου»).

 Με κάτι τέτοιες αντιλήψεις, στρογγυλοκαθίσαμε
όχι στις πλευρές, μα στις γωνίες.
Από την αχρησία οι πλευρές εξέπεσαν
και ονομάσαμε άξονες κάτι αιχμές δοράτων.
Όταν έχεις καθίσει πια εκεί για καιρό, συνηθίζεις
την καταπάνω σου αιχμή ως κομμάτι του εαυτού σου.
Τούτο βολεύει όλους:
Μία τέτοια επιθετικότητα δεν οφείλεται σε άλλον (όλοι έχουν μία).
Μία τέτοια βία είναι ένα σύμπαν αθωώσεως.
Στην εστία αυτή, ενωμένους μας κρατούν μαζί
οξείες αιχμές από μια έδρα που λείπει.



ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ     ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ  https://www.youtube.com/watch?v=IjQba9ihf9Y


Τα τραγούδια είναι από το CD  ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ
 ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗ, από τη  ΜΙΚΡΗ ΑΡΚΤΟ

Κείμενα αντλήθηκαν από την ανθολογία του Ντίνου Σιώτη CRISIS, την ανθολογία του Θοδωρή Χιώτη Futures: Poetry of the Greek Crisis και από τα Περιοδικά ΦΡΜΚ, τεύχος 8, φθινόπωρο-χειμώνας 2017, ΔΕΚΑΤΑ τεύχος ΧΡΕΟΣ και CRAFTBOOK II, EΤΕΡΟΤΗΤΑ, Μικρές Εκδόσεις, της ομάδας Crisis-Resistant Facebook Team.

Οι ποιητές:
Γιάννης Κοντός, Μαρία Τοπάλη, Γιάννης Πατίλης, Μαρία Κουλούρη, Τίτος Πατρίκιος, Βερονίκη Δαλακούρα, Μηνάς Δημάκης, Bασίλης Ρούβαλης, Ευτυχία Παναγιώτου, Παντελής Μπουκάλας, Δανάη Σιώζιου, Γιάννης Δούκας, Χάρις Κοντού, Μιχάλης Γκανάς, Γιώργος Δουατζής, Λίλη Μιχαηλίδου, Γιώργος Μπλάνας, Μέρη Λιόντη, Θανάσης Τριαρίδης, Δήμητρα Χριστοδούλου, Γιώργος Μαρκόπουλος, Ντίνος Σιώτης, Κων/νος Λουκόπουλος, Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Παρασκευάς Καρασούλος, Κάλλια Παπαδάκη, Αλέξιος Μάινας, ο μόνος μη Έλληνας:  μελοποιημένος Μπέρτολτ Μπρεχτ, Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, Γιούλη Βολανάκη, Θανάσης Γιούνης, Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Δημήτρης Αγγελής, Έφη Λαμπρινίδου, Γιάννης Υφαντής, Μαρία Σύρρου, Χρίστος Σιορίκης, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Θοδωρής Χιώτης, Λένα Καλλέργη, Βασίλης Αμανατίδης.